Μολονότι έδωσε συνέντευξη στο επίσημο site της Ζαλγκίρις Κάουνας, στην οποία επέστρεψε, ο Λιθουανός αναφέρθηκε πολύ περισσότερο στα βιώματά του στην Ελλάδα με τον Παναθηναϊκό.
Μίλησε για τον Αταμάν, τις ακραίες αντιδράσεις των φιλάθλων στη χώρα μας, αλλά και την αγάπη που εισέπραξε από τους φιλάθλους του Παναθηναϊκού, ενώ έθιξε κι ένα ζήτημα που αφορούσε στην ιατρική παρακολούθηση των παικτών.
Αναλυτικά η συνέντευξή του, σε όσα αφορούν στον Παναθηναϊκό:
- Τέσσερις σεζόν στον Παναθηναϊκό. Δεν μπορούν πολλοί ντόπιοι παίκτες υψηλού επιπέδου να πουν ότι πέρασαν τόσα χρόνια στην ομάδα. Πώς θα περιέγραφες τη θητεία σου εκεί με μία φράση;
«Η πρώτη χρονιά ήταν ενδιαφέρουσα. Είναι εύκολο να μιλάς γι’ αυτήν με τη σημερινή οπτική. Τότε, βέβαια, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Όλοι στα αποδυτήρια τσακώνονταν, έβριζαν ο ένας τον άλλον. Ο προπονητής έθετε παίκτες εκτός ομάδας. Οι οπαδοί μας μάς έβριζαν. Μας έφτυναν. Περπατούσες στον δρόμο και ο κόσμος σού έλεγε διάφορα».
Και την επόμενη χρονιά, σε σήκωναν στα χέρια επειδή είχαμε κατακτήσει την Εuroleague. Λέμε ότι στο Κάουνας υπάρχει φανατισμός για τη Ζαλγκίρις, αλλά εκεί η κατάσταση ήταν σε εντελώς άλλο επίπεδο.
Όλη τους η αθλητική κουλτούρα είναι ποτισμένη με αυτό. Φυσικά, η τοπική αγορά είναι μεγαλύτερη και ο πληθυσμός περισσότερος. Είναι πραγματικά παθιασμένοι με αυτό. Δεν χρειάζονται καν μπίρα για να φτάσουν σε αυτό το σημείο, έτσι είναι από τη φύση τους».
Εκείνη η περίοδος ήταν μία από τις καλύτερες της καριέρας μου».

- Έζησες μια εξαιρετική περίοδο, όταν ο Παναθηναϊκός δημιούργησε μια απόλυτη υπερομάδα μέσα σε ένα μόνο καλοκαίρι. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
«Υπήρξαν πολλοί τραυματισμοί στην αρχή της σεζόν. Θυμάμαι ότι οι Μήτογλου, Παπαπέτρου και Ερνανγκόμεθ ήταν εκτός δράσης. Κατέληξα να παίζω 35 λεπτά ανά αγώνα. Έτσι γίνονται τα πράγματα στον αθλητισμό: βάζεις τα πρώτα σου σουτ και όλοι σου λένε πόσο καλός είσαι. Μετά συνεχίζεις να παίζεις.
Στη συνέχεια ήρθε ο Ναν και μας ανέβασε επίπεδο. Έτσι δεθήκαμε ως ομάδα, χωρίς κανόνες, χωρίς τίποτα συγκεκριμένο. Απλώς προέκυψε έτσι.
Θυμάμαι που πήγαμε στο Final Four και ήμασταν πεπεισμένοι ότι θα κερδίζαμε. Ακόμα και όταν χάναμε με 15 πόντους από τη Μαδρίτη στον τελικό, όλοι ήταν σίγουροι ότι θα νικούσαμε.
Γι' αυτό λέω ότι, εξαιτίας εκείνης της στιγμής, δεν μετανιώνεις που τραυματίστηκες ή που δεν έπαιζες. Αποζημιώνει για όλα».
- Ανέπτυξες κάποια σχέση με τον Εργκίν Αταμάν;
«Θα ήθελα να μου βρεις έστω και έναν παίκτη που να έχει σχέση μαζί του. Κρατάει εντελώς αποστάσεις από τους παίκτες. Αυτή είναι η στάση που επιλέγει να τηρεί. Δεν υπάρχει καμία απολύτως επικοινωνία».
- Θυμάμαι να σε συναντώ κάποτε στη «Zalgirio Arena», όταν έκανες αποκατάσταση μετά από χειρουργική επέμβαση στη μέση. Εκείνη την εποχή, δεν ήξερες καν αν θα μπορούσες να συνεχίσεις την καριέρα σου. Ήταν το ενδεχόμενο της απόσυρσης ένα ρεαλιστικό σενάριο;
«Ξέρεις, όταν τα πράγματα είναι δύσκολα, αυτή η επιλογή υπάρχει πάντα. Επικρατούσε χάος. Κανείς δεν οργάνωσε σωστά την αποκατάστασή μου, οπότε έπρεπε να πηγαινοέρχομαι στη Γερμανία με δική μου πρωτοβουλία.
Πριν από το χειρουργείο, ήμουν ουσιαστικά παράλυτος. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, ούτε καν να ταξιδέψω αεροπορικώς στη Γερμανία. Έπρεπε να χειρουργηθώ εκεί. Στη συνέχεια, προέκυψαν διαφωνίες. Ο γιατρός μου έλεγε το ένα, ο δικός τους γιατρός έλεγε το άλλο.
Ο τραυματισμός υποτροπίασε. Τότε πια μπορούσα να ταξιδέψω στη Γερμανία και πέρασα όλο το καλοκαίρι εκεί.
Μετά, ο Παναθηναϊκός πρόσθεσε στο επιτελείο έναν Έλληνα φυσικοθεραπευτή, με τον οποίο είχα συνεργαστεί και στη Ρωσία. Είχε δουλέψει επίσης υπό τις οδηγίες του Σάρας στη Φενέρμπαχτσε. Είναι πραγματικά εξαιρετικός ειδικός. Συνέχισα την αποκατάσταση μαζί του, ενώ συμμετείχε και ο Κέστας, ο οποίος συνεργάζεται επίσης με τη Ζαλγκίρις.
Άρχισα να νιώθω καλύτερα μόλις τον Ιανουάριο του περασμένου έτους. Τότε ήταν που άρχισα επιτέλους να νιώθω ότι όλα ήταν και πάλι εφικτά. Χρειάστηκε πολύς χρόνος».

- Σε μια τέτοια κατάσταση, η σχέση σου με την ομάδα μπορεί να χειροτερέψει σημαντικά. Τι συνέβη στη δική σου περίπτωση; Διατήρησες καλή σχέση;
«Κανείς δεν το πήρε προσωπικά. Μου είπαν: "Αν θέλεις, μείνε". Τυπικά, θα έπρεπε να έχω συμβόλαιο μαζί τους και για τη φετινή χρονιά. Αν ήθελα, θα μπορούσα να ψάξω για άλλη ομάδα. Από τη δική τους πλευρά, όλα αντιμετωπίστηκαν με καλή πίστη.
Σίγουρα διατηρώ καλή σχέση με τον αθλητικό διευθυντή του Παναθηναϊκού, αλλά και με τον ιδιοκτήτη της ομάδας. Δεν υπήρξαν προβλήματα.
Εκείνη την εποχή, βέβαια, είχα μια διαφωνία με τον γιατρό της ομάδας. Δεν μπορείς να λειτουργείς με αυτόν τον τρόπο. Σε αντίθεση με τη Ζαλγκίρις, στην Ευρώπη συχνά αντιμετωπίζουν την επιλογή γιατρών και φυσικοθεραπευτών με υπερβολική επιπολαιότητα».
- Όταν όμως σου λένε «αν θέλεις, μπορείς να μείνεις», δεν ακούγεται ακριβώς σαν να σε θέλουν απεγνωσμένα στην ομάδα. Δεν το ένιωσες έτσι;
«Κοίτα, από τη στιγμή που γράφεις ιστορία με τον Παναθηναϊκό και βάζεις εκείνο το αστέρι στη φανέλα, ο κόσμος σε βλέπει διαφορετικά. Το ένιωσα πραγματικά αυτό. Ο κόσμος μού έδειξε πολλή αγάπη.
Όταν κερδίζεις, σου δίνουν την αίσθηση ότι μπορείς να μείνεις εκεί και όλα θα πάνε καλά.
Άλλωστε, ήθελα να κάνω άλλη μια προσπάθεια. Να έχω έναν ρόλο στον οποίο θα είμαι σημαντικός, αντί να είμαι απλώς εκεί και να εισπράττω τον μισθό μου».
-Όταν επέστρεψες από τον τραυματισμό, οι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού σε αποθέωσαν όρθιοι. Πόσο έντονα σε συγκίνησε εκείνη η στιγμή;
«Πάλι, όταν πάτησα στο παρκέ εκείνη τη στιγμή, σίγουρα δεν ήμουν ακόμα έτοιμος. Χρειαζόμουν σταδιακή επιστροφή.
Έχω βρεθεί σε πολλά μέρη όπου κανείς δεν πρόκειται να περιμένει μέχρι να είσαι 100% υγιής. Αν βρίσκεσαι στο 70% και μπορείς να τρέξεις και να σουτάρεις, αναμένεται να μπεις στο γήπεδο και να παίξεις.
Δεν ήμουν ακόμα έτοιμος και ίσως αυτό λειτούργησε εις βάρος μου, επειδή όλοι περίμεναν να επιστρέψω μετά από έναν χρόνο αποχής και να είμαι αμέσως σε καλή κατάσταση.
Παρόμοια ήταν η περίπτωση και με τον Λεσόρ. Αργότερα χρειάστηκε κι εκείνος άλλη μία επέμβαση.
Ο σύλλογος διαχειρίστηκε άσχημα πολλές περιπτώσεις τραυματισμών. Νομίζω ότι το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι. Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, οπότε τα πράγματα θα έπρεπε να είναι καλύτερα τώρα».

- Την περασμένη σεζόν, έπαιζες μόνο περίπου πέντε λεπτά ανά αγώνα στην Εuroleague. Πώς αντέδρασες σε αυτή την κατάσταση; Προσπάθησες να μιλήσεις με κάποιον μέσα στην ομάδα για τον ρόλο σου;
«Να μιλήσω με ποιον; Όχι. Δεν λειτουργούν έτσι τα πράγματα με τον Αταμάν.
Είσαι εκεί και απλώς σκέφτεσαι ότι θα βοηθήσεις στην προπόνηση. Θα βοηθήσεις στο εγχώριο πρωτάθλημα. Όταν σε χρειαστούν, θα σε καλέσουν.
Υπήρχαν στιγμές που οδηγούσες για να επιστρέψεις σπίτι μετά την προπόνηση και δεχόσουν ένα τηλεφώνημα: "Έλα στο αεροδρόμιο. Πρέπει να πετάξεις για τον αγώνα".
Ή έφτανες στα αποδυτήρια και, 25 λεπτά πριν από το παιχνίδι, σου έφερναν τη στολή και σου έλεγαν ότι σε χρειάζονταν. Υπήρχαν τέτοιες καταστάσεις.
Δεν νομίζω ότι θα συμβεί κάτι παρόμοιο με τον Ζέλικο. Υπήρχαν πολλά οργανωτικά ζητήματα εκείνης της φύσης. Το έβλεπα ως εξής: "Είμαι εδώ και θα προσπαθήσω να κάνω τη δουλειά μου".
Το συμβόλαιό μου ορίζει ότι πρέπει να βοηθώ την ομάδα. Φυσικά, παραπονέθηκα αρκετές φορές και εξέφρασα την άποψή μου, αλλά όποτε χρειαζόταν, ήμουν έτοιμος».