Αναλυτικά όσα είπε ο νέος γκαρντ της Καρδίτσας:
Για τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν:
«Θα έλεγα ότι, αν και το μπάσκετ με έχει καθορίσει απόλυτα, ποτέ δεν ήμουν μονοδιάστατος. Ήταν σίγουρα ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου, αλλά ταυτόχρονα είχα πάντα κι άλλες ασχολίες που με διαμόρφωσαν ως άνθρωπο.
Μικρός έπαιζα μουσική, αν και τη σταμάτησα στην πορεία λόγω χρόνου, ενώ άλλη μια μεγάλη μου αγάπη είναι το gaming με υπολογιστές, στο οποίο μάλιστα είμαι αρκετά καλός ακόμα και σήμερα!».
Για τις αναμνήσεις του από τα πρώτα του βήματα στο μπάσκετ:
«Τα ανοιχτά γήπεδα. Θυμάμαι τα μονά στα διαλείμματα του σχολείου, να παίζουμε με τις ώρες και μετά να μπαίνουμε στην τάξη ιδρωμένοι... να βρομοκοπάμε! Επίσης, έχω πολύ έντονες και όμορφες αναμνήσεις από την ομάδα που είχαμε στο Παιδικό στον Πλάτωνα.
Είχαμε εξαιρετική φουρνιά και θυμάμαι έντονα κάποιες μεγάλες νίκες που μας οδήγησαν στην τρίτη θέση στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα».
Για τη στιγμή που κατάλαβε ότι το μπάσκετ θα είναι το επάγγελμά του:
«Νομίζω στα 22 μου, όταν πήρα τη μεταγραφή από τον Φιλαθλητικό για τον Άρη. Εκεί άρχισα να βλέπω τα πράγματα πολύ πιο επαγγελματικά. Με σκληρή δουλειά και πίστη, η πορεία πήρε τον δρόμο της. Κατάφερα να αγωνιστώ σε σπουδαίους συλλόγους, να κάνω καριέρα και να συνεχίζω ακόμα και σήμερα να βρίσκομαι σε υψηλό επίπεδο».
Για το σημείο καμπής στην καριέρα του:
«Ήταν εκείνο το παιχνίδι στην Α2 με τον Φιλαθλητικό, όταν παίζαμε την άνοδο απέναντι στην Κηφισιά και χάσαμε στην τρίτη παράταση. Ήταν η πιο έντονη και «σκληρή» στιγμή που έχω βιώσει ποτέ σε γήπεδο μπάσκετ. Θέλαμε αυτή την άνοδο σαν παιδιά.
Ήταν η πρώτη και νομίζω η τελευταία φορά που έκλαψα σε παρκέ, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά. Αυτή η εμπειρία, όμως, με σκλήρυνε απίστευτα σαν άνθρωπο. Ήταν ένα τεράστιο εχέγγυο για τη συνέχεια, γιατί η καθημερινότητα ενός αθλητή είναι γεμάτη δυσκολίες με προπονητές, κακές εμφανίσεις, πίεση. Εκείνο το βράδυ έμαθα να διαχειρίζομαι τις αναποδιές και τις κακές εμπειρίες.
Ήμασταν έξι άτομα που κλαίγαμε με αναφιλητά στον πάγκο της Κηφισιάς. Μέσα σε αυτούς και ο μετέπειτα MVP του NBA, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο. Ξέραμε ότι η παρέα μας τελείωνε εκεί».
Για το πώς βίωσε την ήττα με τον Φιλαθλητικό κόντρα στην Κηφισιά:
«Δεν θυμάμαι το ίδιο το βράδυ συνήθως τα Σάββατα μαζευόμασταν σπίτι μου και αράζαμε όλη η παρέα. Θυμάμαι όμως σαν τώρα την εικόνα στο γήπεδο της Κηφισιάς. Ήμασταν έξι άτομα που κλαίγαμε με αναφιλητά στον πάγκο.
Μέσα σε αυτούς και ο μετέπειτα MVP του NBA, ο Γιάννης, ο Θανάσης... όλοι. Ξέραμε ότι η παρέα μας τελείωνε εκεί και θα σπάγαμε δεξιά και αριστερά.
Ο μόνος τρόπος να παραμείνουμε συμπαίκτες ήταν να ανέβουμε στην Α1 και να μέναμε όλοι στον Φιλαθλητικό. Με την παραμονή στην Α2, ξέραμε ότι θα σκορπίζαμε. Εγώ έφυγα για τον Άρη, ο Σαλούστρος πήγε στον Πανιώνιο, ο Γιάννης στο NBA, ο Θανάσης λίγο μετά το ίδιο.
Ήταν το τέλος μιας εποχής και η απώλεια της καθημερινής παρέας με τους φίλους σου. Σπάσαμε όλοι. Ήμασταν βαθιά στεναχωρημένοι για πολύ καιρό».
Για τον προπονητή που είχε τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω του:
«Πρώτα απ' όλα ο κόουτς Ζήβας στον Φιλαθλητικό. Με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο, μας πέρασε μια πολύ σημαντική νοητική προσέγγιση, ότι όταν μπαίνεις στο γήπεδο, είσαι μόνος σου. Εσύ κρίνεσαι, εσύ φταις για ό,τι κάνεις, δεν έχει άλλος την ευθύνη.
Αυτό το accountability (η ανάληψη ευθύνης) που μάθαμε από νωρίς, μας βοήθησε όλους να παίξουμε μπάσκετ, γιατί ξέραμε ότι είμαστε εμείς υπεύθυνοι για ότι γίνεται στο παρκέ.
Από εκεί και πέρα, είχα πολλούς καλούς προπονητές, αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσω άλλον έναν, αυτός θα ήταν ο Βαγγέλης Αγγέλου στην πρώτη μου χρονιά στον Άρη. Ήταν πάρα πολύ αυστηρός μαζί μου, αλλά με βοήθησε πάρα πολύ να κάνω καριέρα».
Για τις στιγμές που τον δοκίμασαν πνευματικά:
«Οι τραυματισμοί. Έχω σπάσει δύο φορές το χέρι μου, έχω γυρίσει αστραγάλους, δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές.
Αυτές οι εμπειρίες με έκαναν πολύ δυνατό. Θυμάμαι την πρώτη μου χρονιά στον Άρη, Δεκέμβριο μήνα, να είμαι μόνος μου σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη με σπασμένο χέρι. 31 Δεκεμβρίου, όλος ο κόσμος και οι φίλοι μου να κάνουν Πρωτοχρονιά, κι εγώ να κοιτάζω το ταβάνι, ανίκανος να κάνω οτιδήποτε. Αν δεν σε ατσαλώνουν αυτές οι εμπειρίες, τότε τι σε κάνει;».
Για το πώς διαχειρίζεται την πίεση:
«Όσο μεγαλώνεις, το άγχος μικραίνει. Μαθαίνεις να βλέπεις τα πράγματα πιο σφαιρικά και ψύχραιμα. Δεν υπάρχει κάποιο μαγικό φίλτρο για να διώξεις την πίεση πριν το τζάμπολ.
Όλα είναι θέμα προετοιμασίας. Αν έχεις δουλέψει σωστά όλη την εβδομάδα και νιώθεις έτοιμος, τότε μπαίνεις στο γήπεδο με σιγουριά».
Για το ποια είναι η μεγαλύτερη θυσία που απαιτεί ο πρωταθλητισμός:
«Δεν θα σταθώ στα κλισέ του στυλ «μη βγαίνεις, μην πίνεις». Αυτά γίνονται με μέτρο 100%. Για μένα, η μεγαλύτερη θυσία για να κάνεις πρωταθλητισμό αν δεν είσαι top level παίκτης, όπως είναι ελάχιστες περιπτώσεις είναι να θυσιάσεις το «εγώ» σου πολλές φορές. Όσο ανεβαίνεις επίπεδο, βρίσκεις εξίσου καλούς ή καλύτερους παίκτες.
Οπότε είναι πάρα πολύ σημαντικό να καταφέρεις να αποτελέσεις σύνολο σε μια ομάδα με τον σωστό τρόπο. Οπότε πρέπει να μάθεις να κάνεις ένα βήμα πίσω, ώστε η ομάδα σου να κάνει δύο βήματα μπροστά».
Για το ποια ιστορία θυμάται από τα αποδυτήρια της Εθνικής:
«Υπάρχουν άπειρες! Θυμάμαι μια τρομερή ιστορία απππό τα αποδυτήρια στα «παράθυρα» της Εθνικής ομάδας, όταν παίζαμε στο Ταλίν της Εσθονίας. Είχαμε μια τελετουργία τότε, μπαίναμε στα ντους μετά το παιχνίδι και παίζαμε αλύπητο ξύλο μεταξύ μας!
Θυμάμαι τον Λαρεντζάκη, τον Βασιλόπουλο, εμένα, τον Σαλούστρο και παίζαμμε τέτοιο ξύλο... Φεύγαμε από τα ντους κατακόκκινοι και με μελανιές! Υπήρχε απίστευτη χημεία τότε.
Τα «παράθυρα» τότε ήταν μια πάρα πολύ ειδική κατάσταση η οποία όπως βλέπεις και τώρα απαιτούσε να είσαι σε εγρήγορση, μπαίνεις παίζεις έχεις πέντε ημέρες να ετοιμαστείς και παίζεις τον... κώλο σου. Δηλαδή παίζεις να κερδίσεις για να πας παρακάτω.
Γιατί αλλιώς μπορείς να χάσεις ότι χάνεται... Ήμασταν μια φουρνιά παιδιά γεννημένα το '89-'90, μαζί με δυο έμπειρους παίκτες όπως ο Μπουρούσης, ο Βασιλόπουλος και ο Μαργαρίτης, και με τον αείμνηστο κόουτς Σκουρτόπουλο στον πάγκο περνούσαμε φανταστικά και κερδίζαμε».
Για τη σημασία του να αγωνίζεται με την Εθνική:
«Είναι η ύψιστη τιμή. Όταν παίζεις και βλέπεις μια ολόκληρη κερκίδα να υποστηρίζει εσένα και την ομάδα σου, νιώθεις ότι τα κατάφερες 100% στο μπάσκετ. Και τη στιγμή που ακούγεται ο εθνικός ύμνος, το μόνο συναίσθημα είναι η απόλυτη συγκίνηση».
Για την καθημερινότητά του έξω από το μπάσκετ:
«Πλέον είμαι πολύ ήρεμος άνθρωπος. Μου αρέσει να βλέπω σειρές, να παίζω video games στο PlayStation, να πηγαίνω βόλτες με τον σκύλο μου και να απολαμβάνω καλό φαγητό. Παλαιότερα, βέβαια, έζησα και τη ζωή μου έχω κάνει και τα ξενύχτια μου, ειδικά όταν έπαιζα στον Προμηθέα στην Πάτρα.
Τώρα όμως έχω ηρεμήσει. Η μόνη συνήθεια που δεν αλλάζω με τίποτα είναι ο πρωινός καφές. Χωρίς αυτόν, δεν λειτουργώ!».
Για το τί θα συμβούλευε έναν νέο μπασκετμπολίστα:
«Να μην το δει ποτέ σαν «πρέπει» ή σαν δουλειά. Να παίζει για την πλάκα του και να προσπαθεί να γίνεται καλύτερος μέσα από το ίδιο το παιχνίδι. Και φυσικά, να μην πάψει ποτέ να πιστεύει στον εαυτό του ότι με σκληρή δουλειά και αφοσίωση μπορείς να πετύχεις».
Για το ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος των σημερινών νέων:
«Η υπερπληροφόρηση στο τι μπορείς να κάνεις για να πετύχεις που καταλήγει σε παραπληροφόρηση. Τα παιδιά βλέπουν στο κινητό τους μέσα σε ένα δευτερόλεπτο τι κάνουν οι κορυφαίοι παίκτες του κόσμου και προσπαθούν να το αντιγράψουν, πράγμα αδύνατο για κοινούς θνητούς σε αυτή την ηλικία.
Επίσης, θεωρώ ότι βασίζονται υπερβολικά σε «προκάτ» ατομικές προπονήσεις με γυμναστές. Αυτό που λείπει σήμερα είναι το πηγαίο ταλέντο. Τα παιδιά σήμερα μπορεί να είναι πιο δουλευταράδες από εμάς, αλλά δεν έχουν την ίδια τριβή με το μπάσκετ. Εμείς κάναμε δύο προπονήσεις και μετά παίζαμε άλλες έξι ώρες στο σχολείο. Εκεί, παίζοντας μόνος σου και αυτοσχεδιάζοντας, είναι που αναπτύσσεις το ταλέντο σου».
Για το τί θα προέτρεπε τον μικρότερο εαυτό του:
«Το πρώτο πράγμα, «Πάρε Bitcoin!» . Μετά, θα του έλεγα να δοκιμάσει την τύχη του στο εξωτερικό όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία. Δεν λέω ότι έκανα λάθος επιλογές, απλώς θα ήταν ενδιαφέρον να είχα δει πώς θα εξελισσόταν η καριέρα μου εκτός Ελλάδας».
Για τους επόμενους στόχους του:
«Θέλω να παίξω όσο περισσότερο μπορώ, εφόσον το σώμα μου είναι καλά και δεν πονάω. Θέλω να αποσυρθώ όντας σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Για το μετά, δεν το έχω σκεφτεί πλήρως. Θα ήθελα να μείνω στο μπάσκετ, αλλά οι επιλογές στην Ελλάδα (πέρα από την προπονητική) είναι περιορισμένες. Ρόλοι όπως του team manager δεν με ελκύουν, οπότε δεν αποκλείω να ασχοληθώ με κάτι τελείως εκτός μπάσκετ.
Όπως και να 'χει, θα ήθελα ο κόσμος να με θυμάται ως ένα σεμνό παιδί που κατάφερε να φτάσει αρκετά ψηλά, αγάπησε πολύ αυτό που έκανε και πέρασε όμορφα στη διαδρομή».
Για τη νέα τάξη πραγμάτων στο ελληνικό μπάσκετ και την παρουσία επενδυτών:
«Αν έπρεπε να κάνω μια ευχή για το μπάσκετ, θα ήθελα αυτή η κατάσταση που βλέπουμε τώρα στην Ελλάδα με τους επενδυτές να μπαίνουν ξανά δυναμικά, τις ομάδες όπως ο ΠΑΟΚ και ο Άρης να ενισχύονται και να γίνεται ένα πραγματικό "μακελειό" ανταγωνισμού, να συνεχιστεί για πολλά χρόνια. Μόνο καλό κάνει στο ελληνικό μπάσκετ και στους Έλληνες παίκτες.
Η γενιά μου έζησε δύσκολες εποχές, με Covid και μιζέρια, με ομάδες χωρίς καθόλου χρήματα.
Χαίρομαι, λοιπόν, που έστω και προς το τέλος της καριέρας μου, βλέπω το άθλημα στη χώρα μας να πηγαίνει και πάλι ολοταχώς μπροστά».